Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2014

Ο Οδυσσέας στο έργο του Λιαντίνη



Ο Οδυσσέας στο έργο του Λιαντίνη

Η ανάρτηση αυτή θα προσπαθήσει να συγκεντρώσει σε μορφή σταχυολόγησης όσα έχει γράψει ο Λιαντίνης για τον Οδυσσέα στο έργο του. Κι ο λόγος είναι πως ο ομηρικός ήρωας αποτελεί βασική νοητική εποπτεία στο έργο του Λιαντίνη ενώ και στην προσωπική του ακόμη ζωή αποκαλούσε τον εαυτό του Οδυσσέα.
Ο ΕΞΥΠΝΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΡΧΑΪΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΟΡΟΥ
Την εικόνα του ακέραιου ανθρώπου την ιστόρησε μια για πάντα ο Όμηρος με το μύθο του Οδυσσέα. Του κλέφτη από μια σκοπιά. Του πανούργου, του απαρνητή των γυναικών και του γόη των τεράτων.
LIANTINIS Ο Οδυσσέας στο έργο του Λιαντίνη
Εάν ο Οδυσσέας μας φαίνεται τέτοιος, υπάρχει ωστόσο και μια ηθική πλατύτερη από τη χριστιανική. Μια ηθική που το ιστορικό της ξετύλιγμα την κατάντησε στο σημείο, ώστε η ανεπάρκεια της γνώσης και η αδυναμία της βούλησής μας να την έχουν παροπλίσει. Εννοώ την ελληνική ηθική της ακμής, που συμβατικά τελειώνει όταν ο Πυθαγόρας ο Ρηγίνος ετελείωνε στους Δελφούς τον Ηνίοχο, το 476 π.Χ.
Έχω τη γνώμη πως μπροστά στην ελληνική αρετή οι άνθρωποι πισωπατούν, από τη στιγμή που αρχίζουν να την κατανοούν σε βάθος. Κι αυτό, γιατί δεν υποφέρει ο άνθρωπος τη διαμαντένια σκληρότητα της φύσης. Το τρομερό του ωραίου, που λένε οι ποιητές.
Πράγματι, ο πολυμήχανος Οδυσσέας είναι ο αμαρτωλός και ο άπιστος. Ας αναλογιστούμε πώς τον κολάζει ο Δάντης. Αλλά πόση λάμψη αφήνει πίσω του, πόσο μεράκι στέρησης και πλούτο μνήμης, κάθε φορά που φεύγοντας αποχαιρετά ανθρώπους που τους βρήκε μετρημένους και δίκαιους. Ή εάν δεν τους βρήκε, τους ανάγκασε να γίνουν τέτοιοι. Τουλάχιστον μαζί του.
Ο Οδυσσέας δεν είναι ούτε της νύχτας ο φυγόδικος, ούτε ο ληστής της μέρας. Είναι ο έξυπνος με την αρχαϊκή σημασία της λέξης.
Ανήκει, δηλαδή, σε κείνη τη φυλή των ανθρώπων, που μιας και βρέθηκαν έξω από τον παράδεισο με το απαγορευμένο δέντρο, μιας και βρέθηκαν έξω από το σύμπαν του ζώου θα λέγαμε με πνεύμα ελληνικής θεολογίας, δεν άφησαν τον εαυτό τους να ξαναπέσει στο ζώο. Να ξανακοιμηθεί.
Λέγοντας πως ο Οδυσσέας είναι ο έξυπνος, εννοώ αυτήν ακριβώς την αγρύπνια. Την εξυπνάδα, που είναι η κατάσταση έξω από τον ύπνο.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ, «Ο Νηφομανής», σελ. 13
Αν το πρώτο απόσπασμα μας μίλησε για τον ίδιο τον Οδυσσέα ως εικόνα του κάθε ακέραιου ανθρώπου, που έχει ελληνική αρετή και εξυπνάδα, το επόμενο θα μας δείξει πως και η Οδύσσεια δεν αφορά το ταξίδι του Πολυμήχανου και μόνο αλλά πολλά ακόμη ταξίδια:

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΚΑΙ ΡΩΜΗ:
«Βασιλείς φιλόσοφοι»
Εάν ευρύνει κανείς την ιστορική του όραση με το φάσμα μιας μυθικής προοπτικής, ημπορεί να διατάξει την ιστορία της Ρώμης δίπλα στην περιπέτεια της Οδύσσειας. Η περίοδος από το τέλος του Δομιτιανού ως την αρχή του Κόμμοδου (96 – 180 μ.) αντιστοιχεί στην ανάπαυλα του Οδυσσέα από την τρικυμία μετά το νησί του Ήλιου ως την ανάπαυλα μετά το νησί της Καλυψώς.
(Τα πριν το νησί του Ήλιου, οι Λαιστρυγόνες δηλαδή, οι Κίκονες, η Χάρυβδη και οι Λωτοφάγοι, είναι η περιπέτεια και το αυτοθέαμα της Ρώμης μπροστά στους θρόνους του Καλιγούλα, του Νέρωνα, του Κλαύδιου και του ύστερου Τιβέριου).
Στην πρώτη τρικυμία ο Δίας σκυλοπνίγει όλους τους συντρόφους του Οδυσσέα. Στη δεύτερη τρικυμία ο θυμωμένος Ποσειδώνας τσακίζει τον ήρωα επάνω στα θαλάσσια ξύλα του, ωσότου να τον ξεβράσουν τα ρέματα στο νησί της Ναυσικάς.
Ανάμεσα στις δύο θεομηνίες ο θαλασσινός πεζοδρόμος, ο Οδυσσέας, έζησε ένα ταξίδι μακριάς μέρας μέσα στη νύχτα. Κοντά οχτώ χρόνους λικνίζοταν στην αγκαλιά της ηδονής και του ύπνου, που του χάριζαν η Καλυψώ και οι νύφες της στις θαλασσινές σπηλιές της Ωγυγίας με τα βαθυκύανα δέντρα.
Αυτοί οι οχτώ χρόνοι της Οδύσσειας είναι οι ογδόντα χρόνοι της δυναστείας των Αντωνίνων, 96 – 180 μ., που γεμίζουν με ειρήνη τον καιρό από την άθλια σφαγή του Δομιτιανού ως την κατάπτυστη ανάρρηση του Κόμμοδου. Οι τυραννίες του Δομιτιανού και του Κόμμοδου είναι δύο κλύδωνες της Ρώμης σκοτεινοί, όσο σκοτεινές ήσαν και οι δύο τρικυμίες της Οδύσσειας, που δείξανε στον ήρωα και στο τσούρμο του το βυθό του πόντου.»
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ, «Πολυχρόνιο», σελ. 119

Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΚΑΙ Ο ΠΑΡΘΕΝΩΝΑΣ:
Ναοί της Αθηνάς και οι δύο!
Το κλασικό πνεύμα άρχισε με τον Όμηρο. Στον Οδυσσέα ενσαρκώνεται ο αιώνιος άνθρωπος, που συντόνισε την πράξη του με τον αιώνιο ρυθμό. Η ζωή του Οδυσσέα είναι η ανθρώπινη κίνηση απάνου στην ασύλληπτη εφαπτομένη της ύλης και της μορφής. Μέσα στη χειροποίητη σχεδία του έχουν αποθέσει τις συνταγές και τα φάρμακα, τα εργαλεία, τα όπλα και τα σκεύη τους όλες οι θρησκείες, οι φιλοσοφίες και οι τέχνες.
Ο Οδυσσέας είναι ο άνθρωπος, που όλα τα γνώρισε και όλα τα δοκίμασε. Και τη δύναμη της μουσικής την ενίκησε σαν τον Απόλλωνα και στον ασφοδελό λειμώνα κατέβηκε σαν το νεκρό Διόνυσο, και με τη θεά κοιμήθηκε νύχτες και νύχτες, και την αθανασία που τούταξαν την κλώτσησε κλαίγοντας.
Κάθε φορά που νίκαγε κι ένα καινούργιο τέρας, επιβεβαίωνε τη διαίσθησή του ότι τραβάει σωστά τον ανθρώπινο δρόμο, ότι έσωσε πάλι να μη γκρεμισθεί από τη νοητή γραμμή της ακμής όπως οι σύντροφοί του, που ένας – ένας γλιστρώντας στη γοητεία της απόκλισης ξεπέφτανε από άνθρωποι σε βοσκήματα.
Η επιστροφή στην Ιθάκη ήταν αξεδιάλυτα δεμένη με την ανάγκη να μείνει άνθρωπος. Και για να μείνει άνθρωπος, έπρεπε να ξεφύγει από όλα τα φίλτρα της Κίρκης, τα καλέσματα δηλαδή προς το ζώο, που κάθε φορά πηδούσαν μπροστά του με αλλαγμένη όψη.
Το βαθύτερο νόημα του νόστου δεν βρίσκεται στο ότι ο ήρωας ποθεί να εύρει την Ιθάκη, αλλά στο ότι λαχταράει να μη χάσει τον εαυτό του.
Το φθάσιμο στην Ιθάκη σημαίνει ότι έμεινε ως το τέλος άνθρωπος. Τίποτ” άλλο δεν είχε κι ούτε χρειαζόταν να κάμει. Γι” αυτό και η εκδοχή, ότι άφησε πάλι βαρυεστημένος το νησί και ξαναρίχθηκε στις θάλασσες, σε καμία περίπτωση δεν ημπορεί να έχει κλασσική προέλευση.
Ο γυρισμός του Οδυσσέα φανερώνει ότι το κλασσικό πνεύμα στην τελική του μαρτυρία καταφάσκει τη ζωή. Ο άνθρωπος δικαιώνεται σίγουρα, αβίαστα και απλά. Πράγμα που δεν συμβαίνει με το ευρωπαϊκό πνεύμα, όπως ημπορεί να δείξει μια σπουδή του Faust, που αποτελεί το αντίστοιχο του Οδυσσέα μέσα στο ευρωπαϊκό πνεύμα.
Το κλασσικό πνεύμα ετελείωσε με τον Παρθενώνα, το ναό της Αθηνάς. Η Αθηνά για τους έλληνες ήταν η προστάτιδα της σοφίας αλλά και η υπέρμαχος του Οδυσσέα. Εν όσω ζούσε μέσα στην ψυχή του ανθρώπου, δαιμόνια, αεικίνητη, φροντιστική, οδηγήτρια και πολύτροπη, είχε για ναό της τον ίδιο τον Οδυσσέα.
Όταν όμως στην περίκλεια εποχή ο κλασσικός άνθρωπος ξέφυγε με μια ενθουσιασμένη ιαχή κατρακύλας από τη γραμμή της ακμής, ο Οδυσσέας πέθανε. Εκαταβούλιαξε μέσα στο ανώνυμο σμάρι των συντρόφων. Εκείνη την ώρα ήταν φυσικό η ψυχή της Αθηνάς, που ζούσε μέσα του, η σ ο φ ί α του κλασσικού πνεύματος, να ζητήσει το ναό που θα σκέπαζε το σεπτό σκήνωμά της. Ήταν λοιπόν ανάγκη αδήριτη, αίτημα γεωμετρικό, το ναό να τον χτίσει ο Περικλής, κι ο ναός να γίνει το ωραιότερο μνημείο του κλασσικού κόσμου. Σύμβολο ατελεύτητου θανάτου, αφού αιώνια ήταν και η ζωή που σκέπασε.
Στα δύο αετώματα του Παρθενώνα οι συνιστώσες του διονυσιακού και του απολλώνειου ανερχόμενες ήρεμα απολήγουν σε μίαν ακμή. Εάν συλ-λογισθεί κανείς τη δυναμική ένταση, που κρύβει αυτό το μορφικό σχήμα, τότε το αέτωμα μεταβάλλεται αυτόματα σ” ένα τανυσμένο τόξο, όμοιο με το τόξο του Ηράκλειτου, το οποίο ο εφέσιος σοφός διασκέδαζε να το ονομάζει άλλοτε ζωή (βίος), και άλλοτε θάνατο (βιός). Ποιος ξέρει, αν αυτό το τόξο η θεωρία του Ηράκλειτου δεν το δανείσθηκε από την πράξη του Ηρακλή!
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ, Χάσμα Σεισμού, σελ. 142

ΣΤΡΑΤΗΓΗΜΑΤΑ
Και την Ελλάδα μέσα στη λαίλαπα του χρόνου γνωρίζουμε πως την έσωσαν τα στρατηγήματα. Οδυσσέας και δούρειος ίππος στην Τροία. Κολοκοτρώνης και Δερβενάκι στη μεγάλη Επανάσταση. Θεμιστοκλής και Ξέρξου απάτη στη Σαλαμίνα.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ, Γκέμμα, σελ. 150

Ο ΚΑΝΕΝΑΣ ΚΑΙ Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ
Όταν ρωτιέται ο Οδυσσέας στην Κυκλώπεια από τον Πολύφημο, ποιο είναι το όνομά του, απαντάει: Ούτις. [...]Το Ούτις τονίζει την αφόρμηση του ανθρώπου από το Μηδέν.
Όταν όμως ο άνθρωπος νικήσει τον Πολύφημο, όταν εξ-ουθενώσει την απειλή και μηδενίσει το Μηδέν, τότε υψώνεται στο Είναι, παύει να είναι ο Ούτις και γίνεται ο επώνυμος και ο ενώνυμος, ο ορισμένος άνθρωπος, ο Οδυσσέας:
φάσθαι Οδυσσήα πτολιπόρθιον εξαλαώσαι.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ, Έξυπνον Ενύπνιον, σελ. 175

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ
Παίζει και πάλι το παιχνίδι του Οδυσσέα. Προκειμένου να ξεφύγεις ένα στοιχειό σαν τον Πολύφημο, δεν ωφελούν τα μπράτσα σου. Κόφτα καλύτερα και βάλτα μαζί με τα δαυλιά στο τζάκι. Θυμήσου όμως το δαυλί που θα του βγάλεις το μάτι, και το φλασκί με το κρασί που θα τον μεθύσεις. Ή μπροστά στον κίνδυνο να σε κομματιάσουνε οι Σειρήνες, άσε το κερί και δέσου με τα σκοινιά στο κατάρτι.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ, Ο Νηφομανής, σελ. 18
 
ΣΑΝ ΤΟΝ ΟΔΥΣΣΕΑ
«Μόνο τ” αυτιά άφησα ασφάλιστα – σαν τον Οδυσσέα -, για να φτάσει ως τη σπηλιά μου ο γιορτερός θόρυβος από το μακρυνό βάθος της πολιτείας.»
Από επιστολή που έγραψε ο Λιαντίνης κάποια Χριστούγεννα στην ξενιτιά (25-12-70) – έχει δημοσιευτεί από το δημοσιογράφο Δ. Αλικάκο στο βιβλίο «Λιαντίνης, Έζησα έρημος και ισχυρός»
Είναι πράγματι εντυπωσιακό να βλέπεις το συγγραφέα αυτό που ο ίδιος βίωσε χρόνια πριν, σε μια σοφίτα της Γερμανίας, να περνάει αργότερα στο συγγραφικό του έργο. Μια αόρατη κλωστή που ενώνει τα σπασμωδικά νοήματα και αποκαλύπτει πως ο Λιαντίνης δεν έγραψε, ο Λιαντίνης έζησε. Με την ίδια έννοια που αναλύει τον όρο ο ίδιος στα Ελληνικά του (σελ. 117) και μιλώντας για τους έλληνες. «Το ξέρουμε αυτό;», ρωτάει εκεί ο Λιαντίνης. Και παραθέτει τούτο:
Όσο για μέριμνα του τόπου, για διοίκηση -
ούτ” ήξερε τι γένονταν τριγύρω του.
Αχ! ο Καβάφης. Πάντα μπροστά μας βγαίνει ο πονηρός ο γέρος.
Κοίτα να ιδείς πώς μιλά εδώ για τον Καβάφη. Ένας ακόμη Οδυσσέας της φυλής κι ο Αλεξανδρινός. Κι έτερος Οδυσσέας και ο ίδιος ο Λιαντίνης. Αξίζει όμως να βρει κανείς και να διαβάσει ολόκληρο το ποίημα του Καβάφη, τον Οροφέρνη. Ή και να το ακούσετε… Που από μέριμνα του τόπου δεν εγνώριζε, ούτε ήξερε τι του γινόταν, αλλά βασιλιάς ήθελε να το παίζει. Ο Οροφέρνης είναι ο αντίποδας του Δημητρίου στον Καβάφη, που σαν τον έπαυσαν από βασιλιά οι Μακεδόνες, ξεντύθηκε μάνι μάνι τα ρούχα τα βασιλικά και έφυγε όμοια με ηθοποιό όταν η παράσταση τελειώσει. Μια εικόνα για βασιλιά που φέρνει στο νου όσα έγραψε ο Λιαντίνης στο Πολυχρόνιο (σελ. 139) για το Μάρκο Αυρήλιο, στο κεφάλαιο που αναφέραμε και πιο πάνω, τους βασιλείς φιλοσόφους της Ρώμης. Και αντιγράφω αυτολεξεί:
«Τη θέση και τη μοίρα αυτού του Αληθινού μπορούμε να την φαντασθούμε μόνο σε μια αντιστρεμμένη τάξη. Εκεί δηλαδή όπου ο πολίτης αναλογιζόμενος τις δυσκολίες και την ευθύνη αρνιέται να γίνει ηγεμόνας. Οι άλλοι όμως με τη βία του άρον άρον τον σηκώνουν στα χέρια και τον ανεβάζουν στο σταυρό της εξουσίας. Γιατί ανάμεσά τους τον κρίνουν πρίγκιπα και πρώτο.»
Αυτός είναι ο Μάρκος Αυρήλιος. Και λίγο παρακάτω ο Λιαντίνης, (σελ. 141) θα πει και τούτο για το βασιλιά φιλόσοφο της Ρώμης:
«Διάφανη είναι ακόμη πρόθεσή του να κατασημάνει και τη δύναμη που δίνει στον άνθρωπο η άσκησή του στις στερητικές επιδόσεις»
Το διαβάζεις αυτό και αφενός προσέχεις την ομοιότητα με τον Οδυσσέα και το παιχνίδι του αλλά και με το γράμμα του Λιαντίνη τα Χριστούγεννα του 70 και αφετέρου ξεπηδά μπροστά σου η υπογραφή του στο τελευταίο γράμμα προς το παιδί του, τη Διοτίμα του:
Έζησα έρημος και ισχυρός.
Λιαντίνης
Γιατί αυτή είναι η ερημιά του Λιαντίνη και όχι άλλη. Δε στερήθηκε ο Λιαντίνης τους ανθρώπους που τον αγάπησαν. Και μάλιστα πολύ και πολλοί. Εκείνος ήταν που ασκούσε τον εαυτό του αυτοθέλητα στο παιχνίδι του Οδυσσέα. Με τα αυτιά πάντα ευήκοα, όχι κερωμένα και σφαλιστά. Και δεμένος αυτοθέλητα στο κατάρτι. Όμοια με Προμηθέα δεσμώτη. Και με Ιησού φορτωμένο το σταυρό του. Κι αν ενοχλεί η εικόνα ενός εσταυρωμένου Λιαντίνη, δεν έχουμε παρά να θυμηθούμε το ECCE HOMO του:
 
ΒΟΡΕΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ
Εμπροστά στο αίνιγμα του τρόπου σου
διορθώνω τον πορφυρό χιτώνα
και το διάδημα των αγκαθιών στην κόμη σου
υψώνω την καρτερία σου στον ουρανό κατάκορφα
απρίλη μήνα και φωνάζω
ecce homo.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ
ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ (σελ. 25)
Αυτός είναι ο Λιαντίνης. Ιδού ο άνδρας. Στο Εδώ Μεσολόγγι της Γκέμμας Εμπεδοκλής που πηδάει στη μήτρα του χάους και Οιδίποδας που χάνεται στον Κολωνό, στη Νέκυια Ιησούς με το φραγγέλιο στο χέρι, στο προλόγισμα του Homo Educandus Προμηθέας ερεβοκτόνος και πυρφόρος, άγνωστος Γιαννιάς στα Χορικά του Νηφομανή πλαγιάζοντας με ένα ολόφωτο οχτώ και Έκτορας στις Ώρες των Άστρων που αφήνει την Ανδρομάχη μόνη της να κλαίει, Δίας αργότερα στο Μικρό Κριτή που ανέχεται μεγαλόθυμα της Ήρας τα τσαλίμια, κι ένας αντι-Αλέξανδρος που αντί να λύνει, δένει γόρδιους δεσμούς. (Γκέμμα, 144)
Ο ίδιος στον επίλογο του Εδώ Μεσολόγγι (Γκέμμα, σελ. 166) αραδιάζει και μια σειρά ακόμη ονόματα:
«Ήταν ο πρίγκιπας, που μεταστοιχειώθηκε μέσα του η ύλη σε λάμψη. Ο Κούλιναν, πες, ο Ορλώφ, ο Μεγάλος Μογγόλος, ο Τίφανυ, ο Σάχης, ο Φλωρεντίνος, ο Αστέρας του Νότου.»
Ποιοι είναι όλοι τούτοι; Αυτοί που περιπαθώς παρακολουθούν βίντεο στο διαδίκτυο με το Λιαντίνη μπήκαν ποτέ στον κόπο να ψάξουν – εύκολο είναι, ένα πάτημα στο google – ποιος είναι ο Κούλιναν και ποιος ο Φλωρεντίνος; Λέμε τώρα…
Και λέμε ακόμη πως όλα αυτά συμποσούνται σε μία μόνο λέξη, Οδυσσέας. Αυτό το παιχνίδι παίζει ο Λιαντίνης. Του Οδυσσέα. Και για την κατανόηση θα παραθέσω ολόκληρο το απόσπασμα από το Νηφομανή:
Στην τραγωδία βλέπει (σ.σ. ο Σεφέρης) το ξετύλιγμα της ανθρώπινης ζωής απάνω στα πατήματα της φυσικής τάξης. Η παλιά γνώση πως ο άνθρωπος στέκει αντιμέτωπος στο σιδερό νόμο της ανάγκης, με μόνη δυνατότητα αντίδρασης την υποταγή του σ” αυτή, διαπερνώντας όλη τη σκέψη του μεταδίνει στο έργο του μια ιδέα μονιμότητας κλασικού ποιού. Κατανοεί πως το φθάσιμο με καιρό και με αγώνα στη συνειδητή κατάφαση αυτής της ανάγκης είναι η τραγική σοφία.
Όπως και ο Ευριπίδης, μέσα στο αίμα των ανθρώπων άκουσε τη βοή του πόντου να πνίγει το αλληλοφάγωμα των ψαριών, απάνω στο οποίο η ζωή βυσσοδομεί τη νίκη της.
«Είδε τις φλέβες των ανθρώπων
σαν ένα δίχτυ των θεών, όπου μας πιάνουν σαν τ” αγρίμια.» (Π266 )
Αν προσπάθησε, όπως οι τραγικοί, να τρυπήσει αυτό το δίχτυ, αν προσπάθησε να λύσει το σκοτεινό πλέγμα, που μέσα του συσπαράζουνται και ξεσκίζουνται σα δέντρα κουρελιασμένα οι ίδιες οι δυνάμεις της ζωής, αν προσπάθησε να βγει από το άγριο δάσος του όργου και των παθών του σύμπαντος, από τη selva oscura του Δάντη που είναι ένα από τα σταθερά οδοδεικτικά του υψίσημα, δεν το “καμε με το γλυκανάλατο τρόπο του ρομαντικού.
Όπως και οι έλληνες τραγικοί, το “καμε με τη βλοσυρή περηφάνεια της γνώσης πως μόνη ιδέα γλυτωμού από τέτοιο κακό είναι ο μεταπλασμός των όρων του. Είναι, δηλαδή, η προσαρμογή του ανθρώπου στα βίτσια της κοσμικής ανάγκης. Η αλλαγή της στάσης μας στην ενατένιση της μοίρας, που ούτε εξαντλιέται ούτε καταργιέται.
Παίζει και πάλι το παιχνίδι του Οδυσσέα. Προκειμένου να ξεφύγεις ένα στοιχειό σαν τον Πολύφημο, δεν ωφελούν τα μπράτσα σου. Κόφτα καλύτερα και βάλτα μαζί με τα δαυλιά στο τζάκι. Θυμήσου όμως το δαυλί που θα του βγάλεις το μάτι, και το φλασκί με το κρασί που θα τον μεθύσεις. Ή μπροστά στον κίνδυνο να σε κομματιάσουνε οι Σειρήνες, άσε το κερί και δέσου με τα σκοινιά στο κατάρτι. Μοιάζει σα να μας λέει.
Αυτόν τον μεταπλασμό της ανθρώπινης πράξης, όπως τον υπαγορεύουν οι συνταγές της κοσμικής λειτουργίας, μας τον θυμίζει προγραμματικά με το έμμονο σύμβολο του Πρωτέα. Ο δόλιος γέρος δεν ξεχνά την τέχνη της συνεχούς μεταμόρφωσης.
Ουδ” ο γέρων δολίης επελήθετο τέχνης.
Κάποια φωνή, που μόλις σταματά πίσω από τα δόντια του, τον σπρώχνει συνεχώς να μας εμπιστευθεί ότι το θαλασσινό γέρο τον είχε παπού από πατέρα.
Έτσι μπαίνει, στη συνέχεια, ο Σεφέρης στο τραχή πνεύμα του προσωκρατικού αιώνα. Και τρίζοντας οι τροχοί, τον διατρέχει καθώς ο Ορέστης. Όταν εκάλπαζε τροπαιοφόρος απάνω στο λαχνί της αξεδιάλυτης κατάρας του:
Πόσοι γύροι, πόσοι αιμάτινοι κύκλοι, πόσες μαύρες
σειρές, οι άνθρωποι που με κοιτάζουν. (Π 62)
Η κίνηση μέσα στη στάση και αντίστροφα η στάση μέσα στην κίνηση που δεν αλλάζουν μέσα στην αλλαγή. (Π 46), μας υποβάλλει την τρομακτική αφύπνιση του Ηράκλειτου και του Παρμενίδη με τα οράματά τους για τις έννοιες του «γίγνεσθαι» και του «είναι». Στο ποίημα Ένας γέροντας στην ακροποταμιά (Π 200) επιχειρείται μια θεωρητική συνόψιση της προσωκρατικής οντολογίας με την εικόνα του Νείλου, που συμβολίζει το ταυτόχρονο γίγνεσθαι και είναι.
Ωστόσο η τελική του γνώση είναι ότι τα πρωτεϊκά τερτίπια του ανθρώπου δε φτάνουν για να τον περάσουν στην αντίπερα όχθη του κοσμικού ποταμού. Ολόκληρη η ποίησή του είναι ένα δραματικό σχόλιο σ” εκείνο το στίχο της Αντιγόνης του Σοφοκλή που επικυρώνει την αδυναμία του παντοδύναμου ανθρώπου: βλέπω δαιμονικό πράμα:
Ες δαιμόνιον τέρας αμφινοώ.
Εκεί ακριβώς, που ο χορός αποθεώνει τη μηχανοσύνη του παντοπόρου ανθρώπου, εμφανίζεται η μικρή Αντιγόνη πιασμένη στο δίχτυ, για να χλευάσει τη δεινότητα του ανθρώπου. Στο «αμφινοώ» του Σοφοκλή ο Σεφέρης βλέπει ένα πέρασμα από σκοτάδι και φως:
Στόλισε τα μαλλιά σου με τα” αγκάθια του ήλιου,
σκοτεινή κοπέλα, (Π 228)
θα ειπεί αργότερα στην Κίχλη για την ιδική του Αντιγόνη. Αυτόν τον καημό του ανθρώπου, που δεν έχει θεραπεία θα τον τραγουδήσει με πολλούς τρόπους. Την εικόνα της ανθρώπινης αδυναμίας θα την εντοπίσει στην επιθυμία της ίδιας της φύσης.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ, Ο Νηφομανής, σελ. 18
Ο διαρκής μεταπλασμός των όρων. Αυτό είναι το παιχνίδι του Οδυσσέα. Μα ο ο μέγας αλυτάρχης σ΄ αυτό το παιχνίδι είναι η ανάγκη, η κοσμική ανάγκη, η επιθυμία της ίδιας της φύσης. Το φθάσιμο στην Ιθάκη, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, δηλώνει πως ο Οδυσσέας μένει άνθρωπος. Αυτή είναι η βαθύτερη επιθυμία του:
Το βαθύτερο νόημα του νόστου δεν βρίσκεται στο ότι ο ήρωας ποθεί να εύρει την Ιθάκη, αλλά στο ότι λαχταράει να μη χάσει τον εαυτό του.
Δημήτρης Λιαντίνης, Χάσμα Σεισμού
Μα τότε, δίκαια θα αναρωτηθεί κάποιος άμαθος από την τακτική του Λιαντίνη, γιατί τόσο ταξίδι, γιατί και τέτοιος μεταπλασμός; Αυτό, καλέ μου, το απάντησε ο Ηράκλειτος:
και μεταβάλλον αναπαύεται…
Υπάρχει εδώ μια σκέψη αντίστροφη, έξω από αυτή που έχουμε συνηθίσει. Πάει ανάποδα στο ποτάμι όχι για να το νικήσει, μα για να μη νικηθεί. Να μην παραρυρθεί. Κι αν το παράδειγμα θυμίζει βαρκούλα στο νερό να λάμνει με όση δύναμη το νερό την σπρώχνει και να μένει ακίνητη, τότε να το πω και με τα λόγια του Λιαντίνη και του Μάρκου Αυρήλιου:
όρα, μην αποκαισαρωθής (Μάρκος Αυρήλιος)
[...] πρόσεχε, Καίσαρ! γιατί ο κίνδυνος να σε αποκτηνώσει το αξίωμα είναι μέγας. (Δ. Λιαντίνης, Πολυχρόνιο, σελ. 140)
Η αλλοτρίωση. Ο ξεπεσμός. Και το «προσέχετε μην κοιμηθείτε, θα σας πω μωρές»… Το αγώνισμα ο Λιαντίνης θα το περιγράψει σε πλείστα όσα σημεία του έργου του, είναι το αγώνισμα της ελληνικής αρετής. Δε γίνεται στα πέλαγα. Δε γίνεται με φελούκες. Μέσα μας διαδραματίζεται. Αγώνας εσωτερικός. Και αναγκαία αγώνας μοναχικός. Αφού μονάχος έρχεται ο άνθρωπος στη ζωή και μοναχός του φεύγει. Έτσι και το μακρύ της ζωής μας ταξίδιον. Ασυντρόφιαστο. Να όμως που και εδώ η αντίστροφη τακτική του Λιαντίνη έρχεται να μας εκπλήξει:
«Η Πηνελόπη δεν αποτελεί απλό οικοδομικό εράνισμα στο γενικό σχέδιο της Οδύσσειας. Εάν το κεντρικό πρόβλημα του έπους είναι η δραματική κίνηση του ήρωα πάνω από καταιγίδες και κατακλυσμούς, που μέλλουν να τον οδηγήσουν στην τελική του υπαρκτική αυτοβεβαίωση, την ίδια πορεία πρέπει να περπατήσει και η Πηνελόπη στη σιωπή και την απουσία (η άλλη μορφή των κινδύνων και των τεράτων) για να φθάσει στην ιδική της υπαρκτική αυτοβεβαίωση, στην επιστροφή του αγαπημένου.
Η Πηνελόπη, σύμφωνα με την ερωτική διδασκαλία του Rilke πρέπει να καταταχθεί στις «Απαρνημένες» και αξίζει περισσότερο από τον Οδυσσέα, τον ήρωα.»
Δ. Λιαντίνης, Έξυπνον Ενύπνιον, σελ. 195
Κι εδώ είναι εκ των ων ουκ άνευ να ακούσουμε τον ίδιο το Λιαντίνη να μιλά για τον Οδυσσέα και την Πηνελόπη:
Από τα τελευταία του λόγια στο Μαράσλειο, μια ανακοίνωση εξομολογητική όπως τη χαρακτηρίζει ο ίδιος, που αφορά καθώς λέγει το κύκνειο άσμα του, τη Γκέμμα. Και λέει πως στη Γκέμμα υπάρχει ένα μελανό σημείο που το αποδίδει στο γεγονός ότι κάποτε ένας άνθρωπος προσπάθησε να τον βλάψει. Δεν είναι εδώ το σημείο που μας ενδιαφέρει, αλλά σε όσα ακολουθούν, με το Λιαντίνη να απαγγέλλει τη Μνηστηροφονία, δηλαδή απόσπασμα από την Οδύσσεια και λόγους του Οδυσσέα προς τους Μνηστήρες, που έβαλαν όσο εκείνος έλειπε στο μάτι τη γυναίκα του. Παραθέτω και το αρχαίο κείμενο που ακούμε στο ηχητικό ντοκουμέντο από το Λιαντίνη:
ΡΑΨΩΔΙΑ Χ ΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ
«ω κύνες, ού μ” έτ” εφάσκεθ” υπότροπον οίκαδε νείσθε δήμου από Τρώων, ότι μοι κατεκείρετε οίκον δμωήσιν τε γυναιξί παρευνάζεσθε βιαίως αυτού τε ζώοντος υπεμνάασθε γυναίκα, ούτε θεούς δείσαντες, οι ουρανόν ευρύν έχουσιν, ούτε τιν” ανθρώπων νέμεσιν κατόπισθεν έσεσθαι. νυν ύμιν και πάσιν ολέθρου πείρατ” εφήπται.»
Πώς συνδέεται η Μνηστηροφονία με το μελανό σημείο της Γκέμμας; Έλα μου ντε! Εδώ σε θέλω! Πάντως το ηχητικό ντοκουμέντο, που εδώ και καιρό παίζει στα ιντερνέτια, παρέσυρε κάποιους να συνδέσουν το ζήτημα με τον καθηγητή Μαρκαντώνη. Έχω πολλούς λόγους και στοιχεία να το αμφισβητώ. Σιγά μην καθόταν ο Λιαντίνης και μάλιστα σε ώρες που η ψυχούλα του – ως λέγει – ετοιμαζόταν να κάνει πανιά, να ασχολείται με το Μαρκαντώνη. Και σιγά μην αποτελεί μελανό σημείο για τη Γκέμμα η αναφορά στο Μαρκαντώνη και στη στάμπα του. Έχω ασχοληθεί με το θέμα παλιότερα, εδώ όμως δεν είναι η ώρα να σπαταλήσω χρόνο με το Μαρκαντώνη. Έχουμε τον Οδυσσέα και το Λιαντίνη να ασχοληθούμε. Και εν προκειμένω τους Μνηστήρες και την Πηνελόπη. Ας δούμε λοιπόν τι απάντησε η Πηνελόπη του Λιαντίνη, όταν σήμανε η ώρα και ήρθε ο καιρός:
[...]Ό,τι οι δυο μας ζήσαμε 26 χρόνους ήταν το δρύινο σκαρί του Οδυσσέα, σημαδεμένη μοίρα, δαιμονικό (με την αρχαιοελληνική σημασία του όρου «δαίμων») παραμύθι. Είτε οι χρόνοι μας ήταν γελαστοί είτε λυπημένοι. Σπουδάσαμε την ευτυχία μας ζωγραφίζοντας μέρες και νύχτες στο δρόμο της μεγάλης επιστροφής. Ήταν η ίστορία μιας θάλασσας, όπως εκείνης των Κεχρεών, που κατακλύζει την ακρογιαλιά, το βράχο στο μπούρτζι, το δάσος αντίκρυ, το κορίτσι στον απέναντι λόφο που κοιμάται στο φως του φεγγαριού, την αντάρα της βροχής, τη θύελλα του ίμερου. Αγωνιστήκαμε να μεταλλάξουμε το θυμό της καταστροφής σε πνοή δημιουργίας. Και όλα με τήν ίδια αταραξία και βεβαιότητα του ίδιου θανάτου, που όταν θα ερχότανε, θάταν μόνο ένα άλλο παιγνίδισμα, ένας απλά διαφορετικός ήχος στην απεραντοσύνη του πελάγους. [...]
Ο Λιαντίνης δεν έχει πει όμως ακόμη το δικό του νόημα και περιεχόμενο στην τελευταία λέξη της Γκέμμας «αλήθεια». Κάποτε οι δείχτες του χρόνου θα γελάνε με πολλά ανεδαφικά και επιπόλαια που γράφτηκαν και ειπώθηκαν για την ζωή του, την κοινή μας πορεία και την πράξη του.*
Όμως και τότε δεν θα έχει αλλάξει κάτι.
Νικολίτσα Γεωργοπούλου – Λιαντίνη
Κηφισιά, 1 Ιουνίου 2006
*Είτε μπροστά σε μικρόφωνα και κάμερες από άγνωστους αυτοανακηρυσσόμενους τιμητές μας, είτε σε ορισμένα «δημοσιογραφικά» γραπτά, είτε στην ανωνυμία του Διαδικτύου.
Προλόγισμα στις Ώρες των Άστρων
Αυτά τα λόγια της Νικολίτσας Λιαντίνη αποτελούν αναπόφευκτη συνέχεια σε όσα προέβλεψε ο Λιαντίνης μιλώντας για μνηστήρες. Το ζητούμενο βέβαια δεν ήταν η «Πηνελόπη», έτσι κι αλλιώς και επί Ομήρου δεν ήταν τόσοι άντρες μαζεμένοι στο παλάτι του Οδυσσέα γιατί δεν έβρισκαν γυναίκα να παντρευτούν. Το βασίλειο ήταν ο στόχος. Και χαλίφης στη θέση του χαλίφη, που θα έλεγαν και οι σημερινοί. Γνωστά πράγματα, τα έχουμε και τα έχουμε ξαναπεί, ούτε με αυτά θα ασχοληθούμε εδώ. Πώς θέλησαν κάποιοι να οικειοποιηθούν τη δόξα του Λιαντίνη και έφτασαν σε αδιανόητα σημεία να καθυβρίζουν τη γυναίκα του Λιαντίνη, όπως καταγγέλλει και η ίδια, και προκειμένου να αποδείξουν πως εκείνοι είναι οι αληθινοί κληρονόμοι του λόγου του.
Ο Λιαντίνης όμως πρόλαβε να τα βάλει με τους Μνηστήρες πριν ακόμη αυτοί φανούν. Πριν εκείνοι ανακαλύψουν καν ότι υπάρχει Λιαντίνης. Όπως πρόλαβε να προειδοποιήσει και την ιδια τη γυναίκα του, επαναλαμβάνοντας συχνά στην καθημερινή τους ζωή τη φράση:
Νά “ξερες τι Οδυσσέας είμαι εγώ, Λου μου!
Πριν κλείσουμε το ταξίδι μας στον Οδυσσέα του Λιαντίνη, και που φυσικά δεν εξαντλείται από ένα αφιέρωμα έστω και εκτενές, αφού ο ομηρικός ήρωας έχει σημαδέψει απ” άκρη σ” άκρη το έργο του μα και τη ζωή του την ίδια, πχ ολόκληρα κεφάλαια στη Γκέμμα έχουν πρωταγωνιστή τον Οδυσσέα, το Κατά Κίρκην και η Κυκλώπεια, ανάγκη να παραθέσουμε δύο ακόμη αποσπάσματα, ένα από το Homo Educandus και ένα από τα Ελληνικά, βιβλία που δεν αναφέρθηκαν παραπάνω και ίσως ο αναγνώστης υποθέσει ότι εκεί δε συναντάμε τον Οδυσσέα. Λάθος μέγα. Ο Οδυσσέας δε λείπει από κανένα βιβλίο του Λιαντίνη. Ο Οδυσσέας είναι ο Λιαντίνης, όπως το έλεγε ο ίδιος, όπως το λέει και ο φίλος του ο Κορέλλας στο βιβλίο που εμπνεύστηκε από τη μονάκριβη φιλία μαζί του, κι όπως ήταν «Οδυσσέας» όλοι οι κολλητοί του, οι συντρόφοι του. Ολοζωής ταξιδευτής ο Λιαντίνης με το δρύινο σκαρί του Οδυσσέα, αυτό που επικαλείται η Λου του στο Προλόγισμα των Ωρών των Άστρων, δανειζόμενη στίχο δικό του από την Ιωνία:
«Στην Ιωνία να βλέπει κανείς
εσένα κι εμένα
και το μαύρο κεφαλοπάνι της γιαγιάς.
Να βλέπει το δρύινο σκαρί του Δυσσέα,
τη βεντέτα της πέτρινης Μάνης
και του Μάρκο Μπότσαρη τη Λάκα – Σούλι.»
Δημήτρης Λιαντίνης
Οι Ώρες των Άστρων (σελ. 88)
Εις επίρρωσιν λοιπόν παραθέτουμε:
Στη λαχανιασμένη πάλη του Οδυσσέα με τα φυσικά στοιχεία και τα ανθρώπινα τέρατα υποδηλώνεται συμβολικά ο αγώνας του να γνωριστεί με τους νόμους της φύσης για να πάει με το ρυθμό τους.
Το αποτέλεσμα αυτού του αγώνα είναι ότι καταφέρνει να βγάζει την κάπα του γέρου, γιατί μεταχειρίζεται τη μαστοριά του ήλιου και ποτέ την άγαρμπη φούρια του βοριά.
Πίσω από την τακτική αυτή – το μόνο σταθερό σημείο στην ευέλικτη φύση του Οδυσσέα – κρύβεται όλη εκείνη η γνώση της φύσης, που μας περιγράφει ο προσωκρατικός στοχασμός. Και παράλληλα όλη εκείνη η άμετρη δύναμη του μετρημένου τρόπου του ανθρώπου που γνωρίζει να συνοδοιπορεί με το ρυθμό του κόσμου όπως ακριβώς εδίδαξαν οι Προσωκρατικοί.
Την πηγή ή την εστία αυτής της ακτινοβολούσας σοφίας και δράσης θα την λέγαμε μονολεκτικά ευλάβεια προς τη φυσική τάξη ή ευσέβεια προς τους θεούς.
Ο Οδυσσέας, τη στιγμή που έχει κιόλας τοξέψει τον Αντίνοο, τοξεύει και μια φράση στο υπόλοιπο ατάσθαλο σκυλομάνι
- Ω κύνες – ,
που είναι πολύ πιο φαρμακερή από τα φαρμακερά βέλη:
ούτε θεούς δείσαντες, οι ουρανόν ευρύν έχουσιν.
Το σημείο πάνω στο οποίο εντοπίζει την αιτία του ξολοθρεμού των μνηστήρων ο Όμηρος είναι το ίδιο σημείο πάνω στο οποίο στηρίζει τη λύση του δράματος των Μηδικών η ανθρωποφυσική ερμηνεία του Αισχύλου και του Ηροδότου. Μία είναι η διαφορά: ότι στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για μυθική σύλληψη ενώ στη δεύτερη για ιστορική πράξη. Ήλοι και τύποι, που λένε. Και δύσκολη πίστη.
Δημήτρης Λιαντίνης, Homo Educandus, σελ. 120
Ρίχνοντας γρήγορο βλέμμα πάνω από τα έργα των ποιητών, το άγαλμα που βρίσκουμε να κάθεται στο θρόνο της παγκόσμιας λογοτεχνίας είναι ο Οδυσσέας του Ομήρου. Μαζί του δεν αντέχει να συγκριθεί άλλη νοητική εποπτεία.
Ούτε ο Οιδίπους του Σοφοκλή, ούτε ο Μωυσής του συγγραφέα της Εξόδου και των Αριθμών, ούτε ο Σωκράτης των πλατωνικών διαλόγων, ούτε ο Ιησούς του κατά Ματθαίον, ούτε ο πρίγκιπας Μύσκιν, ούτε ο πρίγκιπας Άμλετ, ούτε ο Δον Κιχώτης, ούτε ο Ναπολέων της Ηρωικής του Μπετόβεν.
Ο Οδυσσέας κλείνει με άρτιο πολύπλοκο και βαθύ, με αρμονικά αντιθετικό, με σύνθετο, με ρεαλιστικό και ιδεώδη, αλλά κυρίως με τον πιο απλό και τον πιο σοφό τρόπο τον τύπο του ιστορικού ανθρώπου, όπως αυτός άρχισε να διαμορφώνεται αμέσως μετά την εποχή των τελευταίων παγετώνων, 27.000 π.Χ., και όπως θα συνεχίσει να εξελίσσεται στο μέλλον. Ως τη στιγμή που ο ίδιος θα καταστρέψει τον εαυτό του πάνω στη γης.
Θα τολμούσα μάλιστα να ειπώ και πέρα από τη στιγμή εκείνη. Γιατί στο ταξίδι της ζωής όλοι οι σύντροφοι χάθηκαν. Ο Οδυσσέας όχι. Κι αν γίνει το ίδιο στο ταξίδι της ιστορίας και κάποτε ο άνθρωπος χαθεί, το κακό θα οφείλεται που δεν ελογάριασε την οδηγία του Οδυσσέα, Όπως δεν τη λογαριάσανε και οι σύντροφοί του στο Νησί του Ήλιου!
Το κακό θα οφείλεται που δεν μπόρεσε ο παγκόσμιος άνθρωπος σήμερα να στοιχηθεί στο ρεαλισμό και στην αλήθεια, στην εντιμότητα, στην ανθρωπιά και στην πειθαρχία, στη σοφία και στη σκληρότητα που κλείνεται μέσα σ” αυτή τη νοητική εποπτεία των ελλήνων. Και πώς αλλιώς! Σήμερα, βλέπεις, μέσα από την καταραμένη Βόρεια Αμερική, ο τύπος ανθρώπου που πέρασε στην ιστορία και πια την οδηγεί είναι ο εβραϊκός, ο σιωνιστικός, ο χριστιανικός τύπος. Και όχι ο ελληνικός, που η πιο αυθεντική του έκφραση είναι ο Οδυσσέας.
Δημήτρης Λιαντίνης, Τα Ελληνικά, σελ. 90